αντίμαχος

αντίμαχος
Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Α. ο Κολοφώνιος (τέλη 5ου αι. π.Χ.). Επικός και ελεγειακός ποιητής. Οι πληροφορίες για τη ζωή του είναι λιγοστές και ο Απολλόδωρος ο Αθηναίος τοποθετεί την ακμή του γύρω στο 404 π.Χ. Ακολουθώντας την ομηρική επική παράδοση, ο Α. έγραψε, με θέμα την εκστρατεία των επτά επί Θήβαις, τη Θηβαΐδα,σε 24 βιβλία, από τα οποία σώζονται ελάχιστα αποσπάσματα (περ. 60 στίχοι). Το δεύτερο μεγάλο του ποίημα (σώζονται μόλις λίγα αποσπάσματα) ήταν ελεγειακό και είχε τον τίτλο Λύδη, τοόνομα της γυναίκας που αγάπησε ο ποιητής· σε αυτό o Α., ανανεώνοντας την ελεγειακή ποίηση του Μίμνερμου, αναδεικνύεται, με την αναμόρφωση της αφηγηματικής και ερωτικής ελεγείας, πρόδρομος της ελληνιστικής ποίησης. Από τους πρώτους λόγιους ποιητές, συνδυάζει στο ποιητικό του έργο και τη δουλειά του λόγιου και έτσι με τον Α. η ποίηση αρχίζει να χάνει τον στενό της σύνδεσμο με το κοινό, κύριο χαρακτηριστικό της κλασικής εποχής. Οι Αλεξανδρινοί λόγιοι τον θαύμαζαν για την πολυμάθειά του και ο Πλάτων τον εκτιμούσε τόσο ώστε έστειλε τον Ηρακλείδη τον Πόντιο να συγκεντρώσει όλα του τα ποιήματα. Αντίθετα, ο Καλλίμαχος δεν τον συμπαθούσε ιδιαίτερα. Από τα άλλα έργα του είναι γνωστοί μόνο τίτλοι, όπως Δέλτοι και Άρτεμις. 2. Μακεδόνας στρατηγός (2ος αι. π.Χ.). Ήταν στρατηγός του Μακεδόνα βασιλιά Περσέα, ο οποίος του εμπιστεύτηκε τη φρούρηση της Δημητριάδας εναντίον τωνΡωμαίων και του Ευμένη, το 168 π.Χ.
* * *
-η, -ο (AM ἀντίμαχος, -ον)
ο εχθρικός
μσν.- νεοελλ.
ο αντίπαλος, ο εχθρός
νεοελλ.
1. ο αντίξοος, ο ανάποδος
2. ο αντιπαθής, ο κακός
το ουδ. ως ουσ. μσν.-νεοελλ. προμαχώνας, οχύρωμα
νεοελλ.
1. αντέρεισμα, αντηρίδα
2. αντίδοτο, αντιφάρμακο.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • Ἀντίμαχος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντίμαχος — capable of meeting in war masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αντίμαχος — η, ο αντίπαλος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ἀντιμάχω — Ἀντίμαχος masc nom/voc/acc dual Ἀντίμαχος masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντιμάχω — ἀντίμαχος capable of meeting in war masc/fem/neut nom/voc/acc dual ἀντίμαχος capable of meeting in war masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντίμαχον — ἀντίμαχος capable of meeting in war masc/fem acc sg ἀντίμαχος capable of meeting in war neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀντιμάχοιο — Ἀντίμαχος masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντιμάχοιο — ἀντίμαχος capable of meeting in war masc/fem/neut gen sg (epic) ἀντιμάχομαι fight against pres opt mp 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀντιμάχοις — Ἀντίμαχος masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντιμάχοις — ἀντίμαχος capable of meeting in war masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”